αὐχάττειν

αὐχάττειν· ἀναχωρεῖν, Hsch.; cf. ἀναχάζω.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυ — αὖ επίρρ. (Α) 1. εκ νέου, πάλι 2. επιπλέον, ακόμη, επίσης 3. αφετέρου, εξάλλου 4. αντιθέτως, τουναντίον 5. αλλά 6. προς τα πίσω, πίσω 7. ως επιφώνημα ή ερώτηση που εκφράζει αδημονία. [ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. επίρρ. αυ συνδέεται με τα λατ. aut, autem «δε …   Dictionary of Greek

  • χάζω — Α 1. αφαιρώ κάτι από κάποιον («ἀριστῆας κεκαδήσει θυμοῦ καὶ ψυχῆς», Ομ. Οδ.) 2. αποσύρομαι, οπισθοχωρώ («ὁ δὲ χασάμενος πολεμίχθη», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. χάζω (< *χαδjω) ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα *gheә1 τής ΙΕ ρίζας *ghē «είμαι… …   Dictionary of Greek

  • au-3 (au̯e); u̯ē̆- —     au 3 (au̯e); u̯ē̆     English meaning: from, away, of     Deutsche Übersetzung: “herab, weg von ”     Material: O.Ind. áva “ from, down “, mostly prefix from verbs and Subst., rarely preposition m. abl., Av. ap. ava prefix “ down” and (while… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.